ΚΟΜΙΚΣWiki
Advertisement
Ξεφτέρης Βαν Ντακκ
Ξεφτέρης Βαν Ντακκ

Όνομα

Ξεφτέρης Βαν Ντακκ

Φύλο

Αρσενικό

Είδος

Πάπια

Εθνικότητα

Άγνωστη

Κατοικία

Άγνωστη

Γέννηση

????

Θάνατος

????

Δημιουργός

Μπεν Βερχάγκεν, Έβερτ Γκέραντς

Πρώτη εμφάνιση

Ιστορία: Το τελευταίο ταξίδι του Ξεφτέρη Βαν Ντακκ

Ο Ξεφτέρης Βαν Ντακκ είναι ένας χαρακτήρας που δημιουργήθηκε από τον Έβερτ Γκέραντς και τον Μπεν Βερχάγκεν.

Βιογραφία[]

Η μοναδική του εμφάνιση είναι στην ιστορία Το τελευταίο ταξίδι του Ξεφτέρη Βαν Ντακκ. Εκεί μπορούμε να βρούμε στοιχεία για τη ζωή του. Ο κόσμος δεν τολμούσε να προφέρει φωναχτά το όνομά του. Δεν είχε κι άδικο. Ήταν ένας σκληρός και αμετανόητος κακούργος. Κούρσευε όλα τα εμπορικά πλοία που συναντούσε στο διάβα του και έκλεβε ό,τι είχαν και δεν είχαν στα αμπάρια τους. Το πλήρωμά του ήταν ένα τσούρμο αδίστακτοι μαχαιροβγάλτες που δεν έδιναν δεκάρα για την ανθρώπινη ζωή. Το Βασιλικό Ναυτικό τούς καταδίωκε χρόνια ολόκληρα, αλλά αυτοί πάντα κατορθώνανε να ξεφεύγουν. Κι αυτό γιατί μπλέκονταν σε κάποια μικρά νησιά που μόνο αυτός ήξερε τα περάσματα. Δεκαετίες ολόκληρες πέρασαν έτσι. Ξοδεύανε τα λάφυρά τους ώσπου να πεις κίμινο στις ταβέρνες και τα καπηλειά. Τους άρεσε πολύ αυτή η ξένοιαστη κι ανέμελη ζωή του πειρατή. Ώσπου μια μέρα ήρθαν τρία μικρά παιδιά. Του συστήθηκαν ως ανίψια του και ζήτησαν μια θέση στο πλοίο του. Του είπαν πως είναι σκληροί, αδίστακτοι και αιμοβόροι. Τα παπιά δεν έλεγαν ψέματα. Δεν είχε ξαναδει πιο άγριους και αδίστακτους ναυτικούς από αυτούς τους τρεις πιτσιρίκους. Ήταν ευκίνητοι σαν γάτες και χυμούσαν στα πλοία που θα κουρσεύανε πριν καλά καλά το πλήρωμά του προλάβει να ρίξει τους γάντζους. Και φυσικά, δεν έδειχναν κανέναν οίκτο στα πληρώματα των εμπορικών. Όμως οι άντρες του βασιλιά δεν το έβαζαν κάτω. Δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Κατάφερνε πάντα να την γλυτώνει, αλλά είχε την εντύπωση πως κάθε φορά τον πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο. Τελικά, οι άντρες του πείστηκαν ότι ήταν ζήτημα χρόνου το να πέσουν στα χέρια του νόμου και τα παράτησαν. Τα τρία ανίψια του, ήταν οι μόνοι που δεν τον εγκατέλειψαν. Ώσπου μια μέρα ενώ περνούσανε στο λιμάνι, διαβάσανε μια δημόσια ανακοίνωση:

"Με αφορμή την εικοστή πέμπτη επέτειο των γάμων του, ο βασιλιάς δίνει χάρη σε όλους τους πειρατές που θέλουν να αλλάξουν επάγγελμα."

Έτσι αποφάσισαν να γίνουν έμποροι. Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι εφοπλιστές προτιμούσαν να προσλάβουν δειλούς και βουτυρόπαιδα, παρά διάσημους πρώην πειρατές. Όμως κάποια μέρα, κάποιος ήρθε στο καράβι. Ο επισκέπτης τους ήταν ο Αδαμάντιος Βαν Ντακκ, ο ζάπλουτος θείος του. Δεν περίμενε να έρθει να τον βρει. Είχε ακούσει να λένε πως οι αποθήκες του είναι γεμάτες χρυσά δουκάτα ως την σκεπή. Τους προσέλαβε για να μεταφέρουν μπαχαρικά από την μακρινή ανατολή. Τους έδινε 500 χρυσά δουκάτα για κάθε φορτίο. Έδινε τόσα λίγα, γιατί κανείς δεν δεχόταν να προσλάβει πρώην πειρατές. Ο θείος του είχε δίκιο. Δεν είχε άλλη επιλογή. Κι έτσι δέχτηκε να υπογράψει αυτό το καταραμένο συμβόλαιο. Στο λιμάνι, δεν κατάφερε να βρει παρά μόνο τρεις ναύτες που δέχονταν να σαλπάρουν μαζί του. Γρήγορα ανακάλυψε ότι οι μοναδικές ειδικότητες των ναυτών που είχε προσλάβει, ήταν κυρίως η λούφα και η

Ξεφτέρης Βαν Ντακκ 2

κοπάνα... Κοίταζαν το χρυσάφι του Αδαμάντιου και τους έτρεχαν τα σάλια. Και ο Ξεφτέρης και τα ανίψια του πίστευαν πως θα προσπαθούσαν να το κλέψουν. Τη μέρα που συζητούσαν για αυτό, αποφάσισαν ότι θα έκρυβαν το σεντούκι στο δωμάτιο των Χιούφυ, Λιούφυ και Ντιούφυ. Όμως όταν πήγαν να το πάρουν έλειπε. Έτσι, και οι τέσσερις στράφηκαν στους Βαν Μούργους. Τους είπε πως αν νομίζουν πως μπορούν να το σκάσουν κολυμπώντας, τους χτύπησε το ρούμι στο κεφάλι. Εκείνοι είπαν σαν δικαιολογία ότι ένας δικός τους έπεσε στη θάλασσα και πήγαν να τον βοηθήσουν. Ο Βαν Μούργος που ήταν το "θύμα" είπε το εξής: "Σφουγγάριζα το κατάστρωμα και ήμουν τόσο απορροφημένος καπετάνιο, που δεν είδα εκείνο το τεράστιο παλιρροϊκό κύμα! Και πριν καλά καλά καταλάβω τί συνέβη, βρέθηκα στη θάλασσα!". Όμως η θάλασσα ήταν λάδι. Ήξεραν ότι πήραν το χρυσάφι, αλλά δεν είχαν αποδείξεις. Το ταξίδι ήταν ατελείωτο. Ώσπου, τελικά μια μέρα, έφτασαν στο λιμάνι με άδεια χέρια. Τα ανίψια του Ξεφτέρη ήθελαν να ειδοποιήσουν τον λιμενάρχη, αλλά οι Βαν Μούργοι τους είπαν ότι δεν θα τους πίστευε, ενώ αντιθέτως, ίσως πίστευε πως αυτοί ήταν οι κλέφτες. Δεν έπρεπε να τολμήσουν να πουν κάτι τέτοιο στα ανίψια του. Ο καυγάς που ακολούθησε ήταν τρομερός...

JBN

Ο όρκος του Ξεφτέρη!

... και φυσικά, ο λιμενάρχης και οι άντρες του δεν άργησαν να επέμβουν για να επιβάλουν την τάξη. Τα ανίψια του και οι Βαν Μούργοι κατέληξαν στα μπουντρούμια του λιμανιού μέχρι να ηρεμήσουν λιγάκι. Εν τω μεταξύ, ο Αδαμάντιος Βαν Ντακκ ήταν εκνευρισμένος με τον Ξεφτέρη. Εκείνος όμως του ορκίστηκε να του φέρει πίσω το χρυσάφι του. Το ίδιο απόγευμα οι αρχές άφησαν ελεύθερους του κρατούμενους. Οι Βαν Μούργοι έφυγαν αμέσως για το λιμάνι και ο Χιούφυ, ο Λιούφυ και ο Ντιούφυ τούς ακολούθησαν. Το πλοίο του Ξεφτέρη δεν ήταν εκεί. Ο Ξεφτέρης έφυγε για να βρει το χρυσάφι του Αδαμάντιου. Έστειλε ένα γράμμα στα ανιψάκια του που εκτός των άλλων έλεγε να γίνουν τίμιοι. 

Advertisement